| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.433.452 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τολμηρός |
0,04 sec. |
|
τολμηρός bold, daring, adventurous, enterprising, gritty, plucky audacieux جرئ troufalý yndig wagemutig osado uskalias smion audace 思い切った 대담한 gedurfd dristig śmiały ousado смелый vågad กล้าหาญ gözüpek cả gan 大胆的 επίθ α / θ / ουδ τολμηρός, τολμηρή, τολμηρό [tolmi'ros, tolmi'ri, tolmi'ro] επίρρ τολμηρά [tolmi'ra] audacieusementhardiment Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|