| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.163.932 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τομέας |
0,01 sec. |
|
τομέας domain, section, sector, field, realm sekcio domaine, secteur, section домен, сектор قطاع sektor sektor Sektor sector sektori sektor settore 部門 부문 sector sektor sektor sector, setor сектор sektor ภาคหรือกลุ่ม sektör khu vực 领域 ουσ α τομέας [to'meas] 2 υπηρεσία secteur τομέας πωλήσεων secteur commercial Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|