| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.781.056 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τονώνω |
0,01 sec. |
|
|
τονώνω boost, fortify, invigorate, stimulate fortifier amplificare
ρ μετβ τονώνω [to'nono] 1 δυναμώνω, εντείνω tonifier 2 δίνω κουράγιο remonterencourager τονώνω το ηθικό κάποιου faire remonter le moral de qqn τονώνω κπ encourager qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|