| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.781.817 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τοπικός |
0,03 sec. |
|
|
τοπικός local, topical endogène, local محلى místní lokal örtlich local paikallinen lokalan locale 局部の 국소적인 lokaal lokal lokalny local местный lokal ประจำท้องถิ่น yerel thuộc địa phương 当地的, 本地 местни 本地 מקומי
επίθ α / θ / ουδ τοπικός, τοπική, τοπικό [topi'kos, topi'ci, topi'ko] 1 που είναι συνδεδεμένος με κπ τόπο local/-alerégional/-ale τα τοπικά νέα les nouvelles régionales 2 που γίνεται σε συγκεκριμένο μέρος του σώματος local τοπική αναισθησία une anesthésie locale επίρρ τοπικά [topi'ka] σε συγκεκριμένο χώρο, μέρος localement δρω τοπικά agir localement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|