Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.724.189.472 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τοπικός

0,03 sec.
τοπικός local, topical endogène, local محلى místní lokal örtlich local paikallinen lokalan locale 局部の 국소적인 lokaal lokal lokalny local местный lokal ประจำท้องถิ่น yerel thuộc địa phương 当地的
επίθ α / θ / ουδ τοπικός, τοπική, τοπικό [topi'kos, topi'ci, topi'ko]
1 που είναι συνδεδεμένος με κπ τόπο local/-alerégional/-ale
τα τοπικά νέα les nouvelles régionales
τα τοπικά προϊόντα les produits locaux
2 που γίνεται σε συγκεκριμένο μέρος του σώματος local
τοπική αναισθησία une anesthésie locale
επίρρ τοπικά [topi'ka]
σε συγκεκριμένο χώρο, μέρος localement
δρω τοπικά agir localement


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.