| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.189.472 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τοπικός |
0,03 sec. |
|
τοπικός local, topical endogène, local محلى místní lokal örtlich local paikallinen lokalan locale 局部の 국소적인 lokaal lokal lokalny local местный lokal ประจำท้องถิ่น yerel thuộc địa phương 当地的 επίθ α / θ / ουδ τοπικός, τοπική, τοπικό [topi'kos, topi'ci, topi'ko] 1 που είναι συνδεδεμένος με κπ τόπο local/-alerégional/-ale τα τοπικά νέα les nouvelles régionales 2 που γίνεται σε συγκεκριμένο μέρος του σώματος local τοπική αναισθησία une anesthésie locale επίρρ τοπικά [topi'ka] σε συγκεκριμένο χώρο, μέρος localement δρω τοπικά agir localement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|