Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.781.817 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τοπικός

0,03 sec.
τοπικός local, topical endogène, local محلى místní lokal örtlich local paikallinen lokalan locale 局部の 국소적인 lokaal lokal lokalny local местный lokal ประจำท้องถิ่น yerel thuộc địa phương 当地的, 本地 местни 本地 מקומי
επίθ α / θ / ουδ τοπικός, τοπική, τοπικό [topi'kos, topi'ci, topi'ko]
1 που είναι συνδεδεμένος με κπ τόπο local/-alerégional/-ale
τα τοπικά νέα les nouvelles régionales
τα τοπικά προϊόντα les produits locaux
2 που γίνεται σε συγκεκριμένο μέρος του σώματος local
τοπική αναισθησία une anesthésie locale
επίρρ τοπικά [topi'ka]
σε συγκεκριμένο χώρο, μέρος localement
δρω τοπικά agir localement


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.