| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.760.854.564 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τοποθετώ |
0,02 sec. |
|
τοποθετώ place, position, set, fit, install, put placer, positionner يَضع في مكان معين umístit placere stellen colocar asettaa mjesto collocare 置く ...을 ...에 놓다 plaatsen plassere umieścić colocar класть placera วางไว้ในตำแหน่ง yerleştirmek để 放置 ρ μετβ τοποθετώ [topoθe'to] 1 βάζω κτ κάπου posermettre en place τοποθετώ κάθε πράγμα στη θέση του mettre chaque chose à sa place ρ μεσοπαθ τοποθετούμαι [topoθe'tume] έχω άποψη απέναντι σε κτ prendre position τοποθετούμαι αρνητικά prendre position contredésapprouver Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|