| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.309.994 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
παρατραβάω |
0,01 sec. |
|
παρατραβάω ρ μετβ παρατραβάω [paratra'vao] το παρατραβάω (το σκοινί) υπερβάλλω aller trop lointrop tirer sur l'élastique ρ αμετβ παρατραβάω κρατάω μεγάλο χρονικό διάστημα traîner (en longueur) Παρατράβηξε αυτή η ιστορία. Cette histoire traîne en longueur. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|