| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.084.014 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τράγος |
0,01 sec. |
|
τράγος bouc ουσ α τράγος ['traɣos] το αρσενικό της κατσίκας bouco αποδιοπομπαίος τράγος αυτός που όλοι έχουν την τάση να κατηγορούν le bouc émissaire Xειάστηκαν έναν αποδιοπομπαίο τράγο. Ils ont eu besoin d'un bouc émissaire. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|