| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.974.890 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τράνταγμα |
0,01 sec. |
|
τράνταγμα jerk ουσ ουδ τράνταγμα ['trandaɣma] 1 η δόνηση secousse; ébranlement 2 η αναταραχή secousse; ébranlement ιδεολογικά τραντάγματα des secousses idéologiques Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|