| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.885.108 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τρέμω |
0,01 sec. |
|
τρέμω trembler flicker, quaver, quiver, shiver, tremble, shake يَرتعِد, يَهتَز zatřást (se) ryste, skælve zittern temblar täristä, vapista drhtati, tresti se tremare 揺れる, 震える 떨다, 흔들리다 schudden, trillen riste, skjelve zadrżeć, zatrząść się tremer дрожать, трястись darra, skaka สั่นสะเทือน, สั่นสะเทือน หวั่นไหว çalkalanmak, titremek run, rung 摇动, 颤抖 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|