Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.152.816 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τρέξιμο

0,02 sec.
τρέξιμο running, run عَدْو běh løb Lauf carrera juoksu course trčanje corsa 走ること 뛰기 looppas løp bieg corrida бег springtur การวิ่ง koşu sự chạy
ουσ ουδ τρέξιμο ['treksimo]
1 το να τρέχω course; jogging
συναγωνίζομαι κπ στο τρέξιμο faire la course avec qqn
Bγήκα να κάνω λίγο τρέξιμο. Je suis sorti faire un peu de jogging.
2 έννοια, φασαρία ennui; tracas
'Έχω τρεξίματατρεχάματα με την αστυνομία. J'ai des ennuis avec la police.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.