Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.789.959 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τρέπομαι σε φυγή

0,01 sec.
τρέπομαι σε φυγή يَتْفَادى, يَهْرُب
τρέπομαι σε φυγή uprchnout, utéct
τρέπομαι σε φυγή flygte, løbe væk
τρέπομαι σε φυγή davonlaufen, flüchten
τρέπομαι σε φυγή flee, run away
τρέπομαι σε φυγή darse a la fuga, fugarse
τρέπομαι σε φυγή paeta
τρέπομαι σε φυγή fuir, s’enfuir
τρέπομαι σε φυγή bježati, pobjeći
τρέπομαι σε φυγή scappare
τρέπομαι σε φυγή 逃げる, 逃げ出す
τρέπομαι σε φυγή 달아나다, 도망가다
τρέπομαι σε φυγή vluchten, weglopen
τρέπομαι σε φυγή flykte, stikke av
τρέπομαι σε φυγή uciec
τρέπομαι σε φυγή fugir
τρέπομαι σε φυγή спасаться бегством, убегать
τρέπομαι σε φυγή fly, rymma
τρέπομαι σε φυγή วิ่งหนีไป, หนี
τρέπομαι σε φυγή kaçmak
τρέπομαι σε φυγή chạy đi, chạy trốn
τρέπομαι σε φυγή 潜逃, 逃跑


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.