| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.348.655 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τρίβω |
0,01 sec. |
|
τρίβω abrade, grate, rub, scour, scrub يَبْشُر, يَحُكْ ostrouhat, třít gnide, rive raspeln, reiben frotar, rallar hangata, raastaa frotter, râper izribati, trljati grattuggiare, sfregare こする, すりおろす 문지르다, 쇠살대 raspen, wrijven gni, raspe utrzeć, zetrzeć esfregar, ralar тереть gnida, riva ขูดออก, นวด şömine ızgarası, sürtmek cọ, nạo 搓, 磨碎 ρ μετβ τρίβω ['trivo] 1 κάνω εντριβή frictionner τρίβω την πλάτη κάποιου frictionner le dos de qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|