Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.348.655 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τρίβω

0,01 sec.
τρίβω abrade, grate, rub, scour, scrub يَبْشُر, يَحُكْ ostrouhat, třít gnide, rive raspeln, reiben frotar, rallar hangata, raastaa frotter, râper izribati, trljati grattuggiare, sfregare こする, すりおろす 문지르다, 쇠살대 raspen, wrijven gni, raspe utrzeć, zetrzeć esfregar, ralar тереть gnida, riva ขูดออก, นวด şömine ızgarası, sürtmek cọ, nạo , 磨碎
ρ μετβ τρίβω ['trivo]
1 κάνω εντριβή frictionner
τρίβω την πλάτη κάποιου frictionner le dos de qqn
2 κάνω πολύ μικρά κομμάτια, αλέθω râperbroyer
τρίβω τυρίκαρότο râper du fromage/des carottes
τρίβω πιπέρι moudre/broyer du poivre
3 γυαλίζω, καθαρίζω frotter
τρίβω το πάτωμα frotter le sol
ρ μεσοπαθ τρίβομαι ['trivome]
φθείρομαι, λιώνω être usé/-ée
Το πουκάμισο έχει τριφτεί στο γιακά. Le col de la chemise est usé.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.