Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.794.625 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τρίχα

0,02 sec.
τρίχα hair, bristle cheveu волос Haar capelli cabelo włosy коса 头发 頭髮 vlasy hår hiukset שיער hår ผม
ουσ θ τρίχα ['trixa]
1 αυτό από το οποίο αποτελούνται τα μαλλιά και το χνούδι στο δέρμα cheveu; poil
Έχω άσπρες τρίχες. J'ai attrapé des cheveux blancs.
Έχει πολλές τρίχες στο στήθος. Il a beaucoup de poils sur la poitrine.
2 αυτό από το οποίο αποτελείται το τρίχωμα ζώου poil
οι τρίχες της γάτας le poil du chat
3 ό,τι μοιάζει με τρίχα poil
οι τρίχες της βούρτσας les poils de la brosse
παρά τρίχα
σχεδόν il ne s'en est fallu que d'un cheveu


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.