| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.321.448 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τρανός |
0,01 sec. |
|
τρανός επίθ α / θ / ουδ τρανός, τρανή, τρανό [tra'nos, tra'ni, tra'no] 2 φανερός parlant/-anteirréfutable τρανή απόδειξη une preuve irréfutable επίρρ τρανά [tra'na] irréfutablementclairement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|