| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.114.706 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τραντάζω |
0,04 sec. |
|
τραντάζω shake, jolt, rattle ρ μετβ τραντάζω [tra'ndazo] ρ μεσοπαθ τραντάζομαι [tra'ndazome] ταρακουνιέμαι se secouerêtre ébranlé/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|