| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.482.994 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τρανταχτός |
0,01 sec. |
|
τρανταχτός επίθ α / θ / ουδ τρανταχτός, τρανταχτή, τρανταχτό [tranda'xtos, tranda'xtos, tranda'xto] 1 θορυβώδης retentissant/-antestentor τρανταχτό γέλιο un rire retentissant τρανταχτή φωνή une voix de stentor 2 πολύ σπουδαίος, εντυπωσιακός retentissant τρανταχτή επιτυχία un succès retentissant 3 σαφής, φανερός irréfutable τρανταχτό επιχείρημα un argument irréfutable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|