| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.329.641 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τραπεζαρία |
0,02 sec. |
|
τραπεζαρία dining room salle à manger غرفة طعام jídelna spisesal Esszimmer comedor ruokasali trpezarija sala da pranzo ダイニングルーム 식당 eetkamer spisestue jadalnia sala de jantar столовая matsal ห้องอาหาร yemek salonu phòng ăn 餐厅 ουσ θ τραπεζαρία [trapeza'ria] χώρος φαγητού salle à mangerréfectoire |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|