| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.798.211 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τραπουλόχαρτο |
0,01 sec. |
|
|
τραπουλόχαρτο card, playing card بطاقة لعب hrací karta spillekort Spielkarte naipe pelikortti carte à jouer igraća karta carta da gioco トランプ 카드 speelkaart spillkort karta do gry baralho, carta de jogar игральная карта spelkort การเล่นไพ่ oyun kartı quân bài 扑克牌
ουσ ουδ τραπουλόχαρτο [trapu'loxarto] κάρτα της τράπουλας carte (de jeu) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|