| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.527.578 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τραυλός |
0,01 sec. |
|
τραυλός επίθ α / θ / ουδ τραυλός, τραυλή, τραυλό [tra'vlos, tra'vli, tra'vlo] αυτός που τραυλίζει bègue |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|