| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.803.377 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τραυματίζω |
0,01 sec. |
|
|
τραυματίζω hurt, injure, wound blesser يَِجرَح zranit såre verletzen lesionar vahingoittaa ozlijediti ferire 傷つける 상처를 입히다 verwonden såre zranić ferir ранить skada ทำให้ได้รับบาดเจ็บ yaralamak làm tổn thương 损害
ρ μετβ τραυματίζω [travma'tizo] πληγώνω blesser τραυματίζω θανάσιμα blesser mortellement ρ μεσοπαθ τραυματίζομαι [travma'tizome] πληγώνομαι se blesser Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|