| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.646.306 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τραυματίζω |
0,02 sec. |
|
τραυματίζω hurt, injure, wound blesser يَِجرَح zranit såre verletzen lesionar vahingoittaa ozlijediti ferire 傷つける 상처를 입히다 verwonden såre zranić ferir ранить skada ทำให้ได้รับบาดเจ็บ yaralamak làm tổn thương 损害 ρ μετβ τραυματίζω [travma'tizo] πληγώνω blesser τραυματίζω θανάσιμα blesser mortellement ρ μεσοπαθ τραυματίζομαι [travma'tizome] πληγώνομαι se blesser Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|