| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.934.255 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τραυματισμένος |
0,02 sec. |
|
τραυματισμένος مجروح τραυματισμένος zraněný τραυματισμένος såret τραυματισμένος verletzt τραυματισμένος injured τραυματισμένος lesionado τραυματισμένος loukkaantunut τραυματισμένος blessé τραυματισμένος ozlijeđen τραυματισμένος ferito τραυματισμένος 傷ついた τραυματισμένος 상처 입은 τραυματισμένος gewond τραυματισμένος såret τραυματισμένος ranny τραυματισμένος ferido τραυματισμένος раненный τραυματισμένος skadad τραυματισμένος ที่ได้รับบาดเจ็บ τραυματισμένος yaralanmış τραυματισμένος bị thương τραυματισμένος 受伤的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|