| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.053.762 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τραυματισμός |
0,01 sec. |
|
τραυματισμός injury, wound ουσ α τραυματισμός [travmati'zmos] 1 πρόκληση τραύματος blessure; traumatisme 2 ψυχολογικό σοκ traumatisme; blessure ψυχικός τραυματισμός un traumatisme psychologique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|