| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.710.695 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τραύμα |
0,02 sec. |
|
τραύμα injury, trauma, wound blessure, trauma إصابة, جرح rána, zranění sår, skade Verletzung, Wunde herida, lesión haava, vamma ozljeda, rana ferita, lesione 傷, 怪我 부상, 상처 verwonding sår, skade rana ferida, ferimento рана, ущерб sår, skada ความบาดเจ็บ, บาดแผล yara vết thương 伤害, 创伤 ουσ ουδ τραύμα ['travma] 2 ψυχολογικό σοκ traumatisme; blessure προκαλώ ψυχικό τραύμα traumatisercauser une blessure psychologique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|