| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.805.198 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τρελαίνω |
0,01 sec. |
|
|
τρελαίνω
ρ μετβ τρελαίνω [tre'leno] 1 κάνω κπ να χάσει τα λογικά του rendre fou 2 ξεσηκώνω faire perdre la tête Τα μάτια του με τρελαίνουν. Ses yeux me font perdre la tête. ρ μεσοπαθ τρελαίνομαι [tre'lenome] 2 μου αρέσει πάρα πολύ raffoler de Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|