Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.204.946 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τρελαίνω

0,03 sec.
τρελαίνω
ρ μετβ τρελαίνω [tre'leno]
1 κάνω κπ να χάσει τα λογικά του rendre fou
Με τρέλανε με τις ερωτήσεις του. Il m'a rendu fou avec ses questions.
2 ξεσηκώνω faire perdre la tête
Το άρωμά του με τρελαίνει. Son parfum me rend fou.
Τα μάτια του με τρελαίνουν. Ses yeux me font perdre la tête.
3 ταράζω rendre fouaffoler
Ο θόρυβος μάς έχει τρελάνει. Le bruit nous a rendus fous.
ρ μεσοπαθ τρελαίνομαι [tre'lenome]
1 χάνω τα λογικά μου être fou/folle de
Τρελάθηκα από την ανησυχία. J'ai été fou d'inquiétude.
2 μου αρέσει πάρα πολύ raffoler de
Τρελαίνομαι για γλυκά! Je raffole de gâteaux !
3 παθαίνω σοκ perdre la raison
Τρελάθηκα όταν την είδα. Τι έκπληξη! J'ai perdu la raison quand je l'ai vue. Quelle surprise !


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.