| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.805.970 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τρεμούλα |
0,01 sec. |
|
|
τρεμούλα trepidation
ουσ θ τρεμούλα [tre'mula] το να τρέμει κν grelottement; tremblement Έχω τρεμούλα. J'ai des tremblements. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|