| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.314.751 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τρεμούλα |
0,01 sec. |
|
τρεμούλα trepidation ουσ θ τρεμούλα [tre'mula] το να τρέμει κν grelottement; tremblement Έχω τρεμούλα. J'ai des tremblements. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|