Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.876.467 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τρεχούμενος λογαριασμός

0,02 sec.
τρεχούμενος λογαριασμός حساب جارى
τρεχούμενος λογαριασμός běžný účet
τρεχούμενος λογαριασμός lønkonto
τρεχούμενος λογαριασμός Girokonto
τρεχούμενος λογαριασμός checking account, current account
τρεχούμενος λογαριασμός cuenta corriente
τρεχούμενος λογαριασμός käyttötili
τρεχούμενος λογαριασμός compte courant
τρεχούμενος λογαριασμός tekući račun
τρεχούμενος λογαριασμός conto corrente
τρεχούμενος λογαριασμός 当座預金
τρεχούμενος λογαριασμός 당좌 계정
τρεχούμενος λογαριασμός lopende rekening
τρεχούμενος λογαριασμός brukskonto
τρεχούμενος λογαριασμός rachnek bierzący
τρεχούμενος λογαριασμός conta corrente
τρεχούμενος λογαριασμός текущий счет
τρεχούμενος λογαριασμός checkkonto
τρεχούμενος λογαριασμός บัญชีเดินกระแสรายวัน
τρεχούμενος λογαριασμός cari hesap
τρεχούμενος λογαριασμός tài khoản vãng lai
τρεχούμενος λογαριασμός 活期账户


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.