| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.806.948 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τριαντάφυλλο |
0,02 sec. |
|
|
τριαντάφυλλο rosa růže Rose rose rozo rosa ruusu rose rózsa rós roos róża rosa trandafir vrtnica ros gül роза وردة rose ruža rosa バラ 장미 rose ต้นกุหลาบ cây hoa hồng 玫瑰 Роза
ουσ ουδ τριαντάφυλλο [tria'ndafilo] είδος λουλουδιού chrysanthème ουσ θ τριανταφυλλιά [triandafi'ʎa] ο θάμνος που βγάζει τριαντάφυλλα rosier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|