| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.907.993 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τριβή |
0,01 sec. |
|
τριβή friction, abrasion, attrition ουσ θ τριβή [tri'vi] 1 το να τρίβει κν κτ frottement η τριβή μεταξύ δυο σωμάτων le frottement entre deux corps H τριβή προκαλεί τη διάβρωση. Le frottement provoque l'érosion. 2 η συνήθεια pratique; expérience η επαγγελματική τριβή l'expérience professionnelle Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|