| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.098.658 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τριποδίζω |
0,05 sec. |
|
τριποδίζω يُخِبُ الفرس, يُهَرْوِل τριποδίζω cválat, klusat τριποδίζω løbe i kanter, trave τριποδίζω cabalgar a medio galope, trotar τριποδίζω juosta ravia, laukata lyhyttä laukkaa τριποδίζω aller au petit galop, trotter τριποδίζω kasati, kaskati τριποδίζω andare al galoppo, trottare τριποδίζω 速足で駆ける, 駆け足でいく τριποδίζω 느린 구보로 달리다, 뛰다시피 걷다 τριποδίζω draven, in handgalop gaan τριποδίζω cwałować, pokłusować τριποδίζω andar a meio galope, cavalgar, trotar τριποδίζω бежать рысью, быстро передвигаться τριποδίζω rida i kort galopp, trava τριποδίζω วิ่งเร็วกว่าวิ่งเหยาะ, วิ่งเหยาะๆ τριποδίζω eşkin gitmek, tırıs gitmek τριποδίζω chạy nước kiệu Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|