Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.759.098.658 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τριποδίζω

0,05 sec.
τριποδίζω trot, canter
τριποδίζω cválat, klusat
τριποδίζω løbe i kanter, trave
τριποδίζω kantern, traben
τριποδίζω cabalgar a medio galope, trotar
τριποδίζω juosta ravia, laukata lyhyttä laukkaa
τριποδίζω aller au petit galop, trotter
τριποδίζω kasati, kaskati
τριποδίζω andare al galoppo, trottare
τριποδίζω 速足で駆ける, 駆け足でいく
τριποδίζω 느린 구보로 달리다, 뛰다시피 걷다
τριποδίζω draven, in handgalop gaan
τριποδίζω galoppere, trave
τριποδίζω cwałować, pokłusować
τριποδίζω andar a meio galope, cavalgar, trotar
τριποδίζω rida i kort galopp, trava
τριποδίζω วิ่งเร็วกว่าวิ่งเหยาะ, วิ่งเหยาะๆ
τριποδίζω eşkin gitmek, tırıs gitmek
τριποδίζω chạy nước kiệu
τριποδίζω 小跑, 慢跑


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.