| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.683.516 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τρομαγμένος |
0,01 sec. |
|
τρομαγμένος خائف, مرعوب vylekaný, vystrašený bange, skræmt verängstigt frightened, scared asustado pelästynyt, peloissaan effrayé uplašen, ustrašen impaurito, spaventato おびえた, 怖がった 겁먹은 bang skremt przestraszony assustado испуганный, напуганный rädd, skrämd ที่น่ากลัว, น่าตกใจ korkmuş sợ hãi 受惊的, 害怕的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|