| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.442.418 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τρομα |
0,02 sec. |
|
τρομα επίθ θ / ουδ τρομα, τρομακτική, τρομακτικό [tromakti'kos-xti'kos, tromakti'ci, tromakti'ko] τρομερός, που φοβίζει effrayant/-anteterrifiant/-ante τρομακτικό πρόσωπο un visage terrifiant επίρρ τρομακτικά [tromakti'ka] πάρα πολύ terriblementextrêmement Eίναι τρομακτικά δύσκολο. C' est terriblement difficile. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|