| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.693.225 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τρομερός |
0,01 sec. |
|
τρομερός terrific, tremendous, dire, frightful, terrible terrible, horrible مريع hrozný frygtelig schrecklich atroz kauhea grozan terribile ひどい 무서운 vreselijk grusom straszny terrível ужасный fruktansvärd ซึ่งแย่มาก korkunç khủng khiếp 很糟的 επίθ α / θ / ουδ τρομερός, τρομερή, τρομερό [trome'ros, trome'ri, trome'ro] 2 καταπληκτικός fantastiquefabuleux/-euse τρομερά ρούχα des vêtements merveilleux επίρρ τρομερά [trome'ra] φοβερά terriblement Μου αρέσει τρομερά. Je l'aime terriblement. Είμαι τρομερά απογοητευμένος. Je suis terriblement déçu. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|