Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.725.693.225 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τρομερός

0,01 sec.
τρομερός terrific, tremendous, dire, frightful, terrible terrible, horrible مريع hrozný frygtelig schrecklich atroz kauhea grozan terribile ひどい 무서운 vreselijk grusom straszny terrível ужасный fruktansvärd ซึ่งแย่มาก korkunç khủng khiếp 很糟的
επίθ α / θ / ουδ τρομερός, τρομερή, τρομερό [trome'ros, trome'ri, trome'ro]
1 που μπορεί να τρομάξει κπ terrible
τρομερός θόρυβος un bruit terrible
2 καταπληκτικός fantastiquefabuleux/-euse
τρομερά ρούχα des vêtements merveilleux
3 φοβερός, εντυπωσιακός terribleeffrayant
Τι αγένεια! Τρομερό! Quel manque de politesse ! C'est terrible !
επίρρ τρομερά [trome'ra]
φοβερά terriblement
Μου αρέσει τρομερά. Je l'aime terriblement.
Είμαι τρομερά απογοητευμένος. Je suis terriblement déçu.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.