| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.469.970 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τρομοκρατώ |
0,01 sec. |
|
τρομοκρατώ يتطاول šikanovat tyrannisere schikanieren bully acosar kiusata tyranniser tiranizirati intimidire いじめる 약자를 괴롭히다 pesten trakassere znęcać się fazer assédio psicológico, judiar запугивать mobba กดขี่รังแก zorbalık etmek bắt nạt 欺侮 ρ μετβ τρομοκρατώ [tromokra'to] πανικοβάλλω, φοβερίζω κπ terroriser Αυτός ο καθηγητής τρομοκρατεί τους μαθητές του. Cet enseignant terrorise ses élèves. ρ μεσοπαθ τρομοκρατούμαι [tromokra'tume] être terrorisé/-éeêtre terrifié/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|