| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.824.100 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τροποποίηση |
0,01 sec. |
|
|
τροποποίηση alteration, change, modification تعديل modifikace ændring Änderung modificación muunnos modification modifikacija modifica 変更 수정 wijziging endring modyfikacja modificação модификация ändring การเปลี่ยนแปลงแก้ไข değişiklik sự sửa đổi 修改
ουσ θ τροποποίηση [tropo'piisi] μεταβολή, αλλαγή modification τροποποίηση κανονισμού une modification de la réglementation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|