| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.824.344 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τροποποιώ |
0,03 sec. |
|
|
τροποποιώ alter, amend, modify يُعَدِل modifikovat ændre modifizieren modificar muokata modifier modificirati modificare 変更する 수정하다 wijzigen endre zmodyfikować modificar модифицировать ändra เปลี่ยนแปลงแก้ไข değişiklik yapmak sửa đổi 修改 修改
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|