| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.824.575 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τροφή |
0,01 sec. |
|
|
τροφή Essen, Nahrung food, nourishment aliment, nourriture alimento, comida طعام jídlo mad comida ruoka hrana cibo 食べ物 식품 eten mat żywność пища mat อาหาร yiyecek thức ăn 食物 храна
ουσ θ τροφή [tro'fi] 1 φαγητό nourriture; alimentation υγιεινή τροφή une nourriture saine 2 ενδιαφέροντα nourriture πνευματική τροφή une nourriture spirituelle Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|