| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.200.207 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τροφοδοτώ |
0,02 sec. |
|
τροφοδοτώ feed, supply, fuel alimenter ρ μετβ τροφοδοτώ [trofoðo'to] 1 εφοδιάζω, προμηθεύω approvisionner τροφοδοτώ ένα λογαριασμό τράπεζας approvisionner un compte en banque 2 ενισχύω, δυναμώνω nourriralimenter Οι διηγήσεις του τροφοδοτούσαν τη φαντασία τους. Ses récits nourrissaient leur imagination. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|