| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.824.990 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τροφοδοτώ |
0,01 sec. |
|
|
τροφοδοτώ feed, supply, fuel alimenter
ρ μετβ τροφοδοτώ [trofoðo'to] 1 εφοδιάζω, προμηθεύω approvisionner τροφοδοτώ ένα λογαριασμό τράπεζας approvisionner un compte en banque 2 ενισχύω, δυναμώνω nourriralimenter Οι διηγήσεις του τροφοδοτούσαν τη φαντασία τους. Ses récits nourrissaient leur imagination. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|