| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.380.604 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τρυπάω |
0,01 sec. |
|
τρυπάω ρμετβ τρυπάω, τρυπώ [tri'pao, tri'po] 1 ανοίγω τρύπα trouerpercer τρυπάω έναν τοίχο faire un trou dans un mur ρ αμετβ τρυπάω κάνω τρύπα être troué/-éeêtre percé/-ée Oι κάλτσες μου τρύπησαν. Mes chaussettes sont trouées. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|