Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.502.207 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τρυφερός

0,18 sec.
τρυφερός tender, caring, fond, affectionate حنون, لطيف laskavý, měkký kærlig liebevoll, zart cariñoso, tierno pehmeä, rakastava affectueux, tendre nježan, srdačan affettuoso, tenero 愛情のこもった, 柔らかい 부드러운, 애정 어린 gevoelig, liefhebbend hengiven, mør czuły, kochający afável, carinhoso любящий, нежный ömtålig, tillgiven ซึ่งรักใคร่, อ่อนนุ่ม sevecen, yumuşak âu yếm, mềm 亲爱的, 嫩的
επίθ α / θ / ουδ τρυφερός, τρυφερή, τρυφερό [trife'ros, trife'ri, trife'ro]
1 στοργικός affectueux/-euse; attentionné/-ée
τρυφερό βλέμμα un regard tendre
τρυφερός άντρας un homme tendre
2 μαλακός tendre
τρυφερό κρέας une viande tendre
3 απαλός doux, douce
τρυφερή επιδερμίδα une peau douce
επίρρ τρυφερά [trife'ra]
με στοργή tendrement
κοιτάζω τρυφερά κπ regarder qqn tendrement


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.