| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.502.207 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τρυφερός |
0,18 sec. |
|
τρυφερός tender, caring, fond, affectionate حنون, لطيف laskavý, měkký kærlig liebevoll, zart cariñoso, tierno pehmeä, rakastava affectueux, tendre nježan, srdačan affettuoso, tenero 愛情のこもった, 柔らかい 부드러운, 애정 어린 gevoelig, liefhebbend hengiven, mør czuły, kochający afável, carinhoso любящий, нежный ömtålig, tillgiven ซึ่งรักใคร่, อ่อนนุ่ม sevecen, yumuşak âu yếm, mềm 亲爱的, 嫩的 επίθ α / θ / ουδ τρυφερός, τρυφερή, τρυφερό [trife'ros, trife'ri, trife'ro] 1 στοργικός affectueux/-euse; attentionné/-ée επίρρ τρυφερά [trife'ra] με στοργή tendrement κοιτάζω τρυφερά κπ regarder qqn tendrement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|