| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.827.317 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τρυφερότητα |
0,02 sec. |
|
|
τρυφερότητα tenderness, affection ternura الرقة Zärtlichkeit tenerezza tendresse нежность tederheid нежност ømhed ömhet
ουσ θ τρυφερότητα [trife'rotita] στοργή, αγάπη tendresse Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|