| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.827.517 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τρωκτικό |
0,01 sec. |
|
|
τρωκτικό rodent rongeur القارض hlodavec gnaver Nagetier roedor jyrsijä glodavac roditore 齧歯動物 설치류 동물 knaagdier gnager gryzoń roedor грызун gnagare สัตว์เลี้ยงลูกด้วยนมที่ใช้ฟันแทะ kemirgen loài gặm nhấm 鼠类, 啮齿动物 гризач מכרסם
ουσ ουδ τρωκτικό [trokti'ko] θηλαστικό ζώο που ροκανίζει σκληρά αντικείμενα rongeur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|