| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.046.196 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τρόπος |
0,02 sec. |
|
τρόπος manner, way דרך سبيل, سلوك způsob måde, vej Art, Weg camino, manera tapa manière, voie način, put maniera, strada 方法 방법, 방식 manier, weg måte droga, sposób maneira путь, способ sätt, väg ลักษณะท่าทาง, วิธีหรือแนวทาง tavır, yol cách thức, đường đi 举止, 路 ουσ α τρόπος ['tropos] 1 η μέθοδος manière; façon τρόπος εργασίας une manière de travailler Δε μ' αρέσει ο τρόπος που μιλάς. Je n'aime pas ta façon de parler. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|