| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.037.610 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τρόφιμος |
0,02 sec. |
|
τρόφιμος inmate شريك السكن vězeň beboer Insasse interno vanki détenu zatvorenik detenuto 被収容者 피수용자 bewoner innsatt współmieszkaniec confinado, recluso заключенный intern ผู้ถูกกักขังในคุก hükümlü bạn tù 囚犯 ουσ α/θ τρόφιμος ['trofimos] εσωτερικός σε κπ ίδρυμα pensionnaire τρόφιμος ασύλου un pensionnaire d'asile Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|