| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.834.549 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
τρόφιμος |
0,01 sec. |
|
|
τρόφιμος inmate شريك السكن vězeň beboer Insasse interno, recluso vanki détenu zatvorenik detenuto 被収容者 피수용자 bewoner innsatt współmieszkaniec confinado, recluso заключенный intern ผู้ถูกกักขังในคุก hükümlü bạn tù 囚犯 אסיר
ουσ α/θ τρόφιμος ['trofimos] εσωτερικός σε κπ ίδρυμα pensionnaire τρόφιμος ασύλου un pensionnaire d'asile Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|