| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.300.633 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τρύπημα |
0,02 sec. |
|
τρύπημα ουσ ουδ τρύπημα ['tripima] άνοιγμα τρύπας percement; perforation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|