Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.724.148.263 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τρώγλη

0,01 sec.
τρώγλη den, slum حي الفقراء brloh slum Slum barriada pobre, tugurio slummi taudis sirotinjska četvrt tugurio スラム街 빈민가 achterbuurt slum dzielnica nędzy bairro da lata, favela трущобы slum แหล่งเสื่อมโทรม gecekondu nhà ổ chuột 贫民窟
ουσ θ τρώγλη ['troɣli]
1 τρύπα σε βράχο ή στη γη caverne
Άλλοτε οι άνθρωποι ζούσαν σε τρώγλες. Avant les hommes vivaient dans des cavernes.
2 κατοικία χωρίς φως taudis; trou
Ζει σε μια τρώγλη. Il vit dans un taudis.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.