| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.767.871.613 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τρώω |
0,01 sec. |
|
τρώω jíst, sníst spise essen bite, eat, waste, bug, ingest sööma syödä manger eszik mangiare edere valgyti ēst eten jeść, zjeść есть comer يأكل jesti 食べる (...을) 먹다 spise comer äta รับประทาน yemek ăn 吃 ρ μετβ τρώω ['troo] 2 καταναλώνω consommer Το πλυντήριο τρώει πολύ ρεύμα. La machine à laver consomme beaucoup d'électricité. ρ μεσοπαθ τρώγομαι ['troɣome] 1 μαλώνω se chamaillerse quereller Όλο τρώγονται. Ils se chamaillent tout le temps. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|