Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.626.926 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τσίμπημα
(προωθήθηκε από τσίμπημα στην καρδιά)

0,02 sec.
τσίμπημα Stich, Stoß bite, nibble, pinprick, prick, sting, jab piqûre, petit coup وخز náhlá rána støde pinchazo pisto injekcija vaccinazione 突き 재빠른 일격 por stikk szturchnięcie soco толчок spruta การแย็บ aşı cú thọc mạnh 刺戳
ουσ ουδ τσίμπημα ['tsimbima]
1 το να τσιμπάω piqûre
τσίμπημα μέλισσας la piqûre d'abeille
2 το σημάδι από το τσίμπημα piqûre
Φαίνεται το τσίμπημα. On voit bien la piqûre.
τσίμπημα στην καρδιά
δυσάρεστο συναίσθημα un pincement au cœur


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.