Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.724.310.497 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τσίχλα

0,02 sec.
τσίχλα علكة, لبان بالون, مرض القلاع drozd, žvýkačka ballontyggegummi, drossel, tyggegummi Bubblegum, Drossel, Kaugummi bubble gum, chewing gum, thrush chicle, tordo purukumi, rastas chewing-gum, grive kandida, žvakaća guma gomma da masticare, tordo チューインガム, ツグミ, 風船ガム 개똥지빠귀, 껌, 풍선껌 kauwgum, spruw bobletyggis, trost, tyggegummi balonówka, drozd, guma do żucia goma de mascar, pastilha elástica, tordo дрозд, жевательная резинка bubbelgum, trast, tuggummi นกขนาดเล็กมีเสียงไพเราะ, หมากฝรั่ง ardıç kuşu, balonlu çiklet, çiklet chim hét, kẹo cao su 口香糖, 泡泡糖, 画眉
ουσ θ τσίχλα ['tsixla]
παρασκεύασμα που μασάει κν χωρίς να το καταπίνει chewing-gum


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.