| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.413.296 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τσαγκάρης |
0,01 sec. |
|
τσαγκάρης cobbler, shoemaker cordonnier calzolaio schoenmaker sapateiro ουσ α τσαγκάρης [tsa'ŋgaris] επαγγελματίας που επισκευάζει παπούτσια cordonnier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|