| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.297.019 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
τσακίζω |
0,02 sec. |
|
τσακίζω يتَحَطَم narazit forulykke einen Unfall haben mit crash, wreck estrellar törmätä avoir un accident prasnuti avere un incidente con 衝突させる ...을 무너뜨리다 te pletter slaan kollidere rozbić bater с грохотом разрушать krascha ชนอย่างแรง çarpmak đâm mạnh 坠毁 ρ μετβ τσακίζω [tsa'cizo] 2 κουράζω κπ épuiserexténuer Με τσακίζει η αϋπνία. Le manque de sommeil m'épuise. ρ μεσοπαθ τσακίζομαι [tsa'cizome] κάνω ό,τι μπορώ se démenerse décarcasser Τσακίζομαι να τους ευχαριστήσω. Je me décarcasse pour les satisfaire. Τσακίσου! φύγε γρήγορα Va-t-en !Casse-toi ! Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|