Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.724.297.019 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

τσακίζω

0,02 sec.
τσακίζω يتَحَطَم narazit forulykke einen Unfall haben mit crash, wreck estrellar törmätä avoir un accident prasnuti avere un incidente con 衝突させる ...을 무너뜨리다 te pletter slaan kollidere rozbić bater с грохотом разрушать krascha ชนอย่างแรง çarpmak đâm mạnh 坠毁
ρ μετβ τσακίζω [tsa'cizo]
1 σπάω, συντρίβω casserbriser
τσακίζω ξύλα casser du bois
2 κουράζω κπ épuiserexténuer
Με τσακίζει η αϋπνία. Le manque de sommeil m'épuise.
3 διπλώνω pliercorner
τσακίζω ένα χαρτί plier une feuille
τσακίζω μια σελίδα corner une page
ρ μεσοπαθ τσακίζομαι [tsa'cizome]
κάνω ό,τι μπορώ se démenerse décarcasser
Τσακίζομαι να τους ευχαριστήσω. Je me décarcasse pour les satisfaire.
Τσακίσου!
φύγε γρήγορα Va-t-en !Casse-toi !


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.